Κυριακή, 22 Ιουνίου 2008

Ξύπνα

  • Άκου
  • ο αγέρας φυσά
  • σκουριάζει τις λέξεις
  • ανάμεσα στα χωράφια
  • με τα κομμένα στάρια.
  • Σταχτί καμιόνι
  • λαμπερά φώτα
  • κουβαλά ζώα
  • σε μικρά ατσάλινα κλουβιά.
  • Κοιμήσου
  • ως ύπαρξη ξεκουράσου
  • μα μην ξεχάσεις
  • να σηκωθείς νωρίς το πρωί.
  • Όταν τα σκουλήκια αρχίζουν να σκάβουν
  • το πλούσιο χώμα
  • Όταν οι δροσσοσταλίδες ξεδιψούν
  • τα φυλλώματα των δέντρων
  • Όταν τα αλήτικα σκυλιά γαβγίζουν
  • στους άδειους δρόμους.
  • Μόλις αργοσβήσουν μελωδικά
  • οι χρυσαφιές λάμπες πυρακτώσεως
  • ξύπνα..

Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2008

***

Tενεκεδούπολη
γκρίζα βαμένη
ωχρή καθώς μένει
σταλάζει η πληγή.
Πνιγμένος αγέρας
νεφική ομίχλη
κρύα τσιμέντα
πεζοί στη γραμμή.
Άσχημος πόνος
αιμάτινος κύκλος
μέσα στη σκόνη
φανοί ανοιχτοί.
Γκρίζοι κρόταφοι
χάνοντας στιγμές
άσιμο ανθρωπάκι
ατιμέλητο σώμα
κινεί την οργή.
Έμεινε μόνο
ο καπνός
ενός τσιγάρου που σβήνει
ασυναίσθητη λιτανεία
φανερή προσμονή.
Σκουριασμένος σουγιάς
φυλαχτό μες την τσέπη
αλησμόνητο τέλμα
κοιμισμένη πνοή.
Αυτόματο μηχάνημα
ανα λήψεως χρημάτων
φτερουγίζουν οι πράξεις
πεθαίνει η γιορτή.
Θεραπείες με φάρμακα
σε σώματα σάπια
που είναι κρυμμένη η ψυχή
σε έναν αυτόματο κόσμο
σε μια αυτόματη ζώη..

Κυριακή, 15 Ιουνίου 2008

/////

Σκάλωσεν η πούλια
γκρεμίστηκε θαρείς
μέσα στα αστέρια της αυγής
το άγριο λιοπύρι.
Κίτρινα φέρετρα
ο θάνατος φιλά
ναύτες ασάλευτους
σ" ερημικά λιμάνια.
Γαλάζιο φόρεμα
ατσάλινο σπαθί
χαρτιά ριγμένα
με φιγούρες θαλλασινές
πεσμένα άτσαλα
σε χιλλιόχρονο τραπέζι.
Ρούχα που η αλμύρα σάπισε
ένας αιώνιος βυθός
μας περιμένει.
Μου στείλαν νέα σου
γράμμα σκοτεινό
άλλαξες ρότα
η ζωή δεν σε χωρά
αργά πλαγιάζεις
στην παχιά αμμουδιά
που χει το κύμα
προσκέφαλο για σένα φτιάξει.
Ηταν τα μάτια σου
πλοηγός μες τη νυχτιά
δυό πύργοι ακλόνητοι
που ο νούς δεν λέει να ξεχάσει..

Σάββατο, 7 Ιουνίου 2008

Η 386 =η

Θα ταν η 386 φορά που έβλεπα τον μπάρμαν με τα σκούρα βαθιά μάτια και το λυπημένο λιτό ύφος στο πρόσωπο, να σερβίρει με εγωιστική υπερηφάνεια "μπόμπες" αλκολοούχαχα ποτά σε κείνο το σκοτεινό καταγώγιον της συχνής μου συνεύρεσης με τους ανθρώπους των "γραμμάτων και τεχνών". Στο ίδιο μέρος κάθε λογής "οδαλίσκη" της φανταστικής πραγματικότητας κυλούσε όντας αμέριμνη στο παγοδρόμιον της "πίστας" με μια ευχαρίστηση εις τα διακριτά μέλη αυτής (γοφούς,μηρούς,κοιλιακή (χώρα) ολόκληρη με τα του συντάγματος αυτής,στήθη που έκανε τους λογοτέχνες χασά-πηδες της συντροφιάς να αναριγούν σκεπτόμενοι τα σφαχτά του εμποροσφαγείου τους προς πώληση με το κιλόν. Αλλάζοντας χρώμα και χρόνο η βροχή έξω παραπονιάρα και μόνη συνέχισε να πέφτει ωραία δροσίζοντας ταυτοχρόνως τους χαλύβδινους υπονόμους τις κεραμοσκεπές τις όψεις των γυάλινων κτιρίων.Στα ενδότερα βέβαια του καταστήματος ουδέν λόγος για βροχή το φανταχτερό οινόπνευμα έβρισκε καταφυγή στους ανύποπτους εγκε-φάλους των απόρων κορασίδων και τέκνων. Χωρίς ιδιαίτερους σχολιασμούς ο χρόνος περνούσε από τα κίτρινα δάχτυλα των "τσιαγαρόπαιδων" και τα μόλις ωχρά όμορφα μάγουλα(παρίες) των πελατών,που σαν λεμόνια που σάπισαν έστεκαν αγέλαστα παραμορφωμένα. Ήταν ωραία βραδιά κανείς δεν μιλούσε όλοι θαρρείς κωπηλατούσαν αγκαλιά με τη σιωπή,σε ένα καράβι που το λέγαν "ανυπόφορη μοναξιά" οργισμένοι και μη έστελναν μηνύματα με τον περίσσιο καπνό που είχε μαζευτεί σαν "ξένος δυνάστης" στο ταβάνι ψηλά του καταγωγίου. Έλειπε βέβαια απ΄την εαρινή τούτη (σύναξη-σύνταξη) ένας μύστης ,μια σκιά του παρελθόντος,μια 16-17-18-19 παρθένα που οικειοθελώς (πάντα*άσχημη λέξη) θα θυσιαζόταν η καημένη,με μαχαίρι σαν σφαχτό του κρεοπωλείου η "αφθονία" "λογικαί τιμαί" ή θα χτιζόταν κάτω απ τα θεμέλια ενός ουρανο-ξύστη για να μην πέσει την άλλη μέρα ως Άρτας γιοφύρι..Μόλις άρχισα να συλλαβίζω το ξέρεις αφού γίνουν όλα αυτά θα πετάξω μακριά,,,και θα μαι εδώ πίσω απ τις λέξεις τα λόγια και μπροστά απ τις γραφές,,,