Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Χίμαιρα

Μπάσταρδε ήρωα
των τρεις κι εξήντα
έξυπνε γίγαντα
του φτωχού σου εγώ.
Ξύπνησες φρόνιμος
για κείνο που σου παν
σκάσε και δούλευε 
με χαμόγελο πάντα.
Αγάπα τον κύριο
χωρίς αντιρησεις 
εκείνος σου δίνει
τον λόγο να ζεις.
Στην γυάλα τα όνειρα
πνιγμένα σαπίζουν
η ομορφιά μας πουλήθηκε 
στη βουλή των πολλών.
Έψαξα, χάθηκα
στη βουή του κόσμου
Έσκυψα, μάτωσα
με τον κανόνα
γύρισα πίσω 
μα δεν ήσουν πλέον εκει...

Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου 2010

Η σκαλιστή αυλόπορτα του κόσμου

Όλα όσα διάβασα απ ' αυτά εδώ τα κίτρινα βιβλία, τις τσακισμένες σελίδες σαν πέρασμα σουγιά μέσα στα σπλάχνα τους ήταν εκεί έξω.. Η σκαλιστή αυλόπορτα του κόσμου, τα χέρια αυτής που σαν παγωμένα νερολούλουδα φώτιζαν με χρώματα το σκοτάδι, τον σκούρο μανδύα της ομίχλης που η γη έβγαζε μέσα από τα σπλάχνα της. Μα εγώ συνήθως φοβάμαι γιατί έμαθα να ταιριάζω τις λέξεις τους χρόνους και τα ρήματα χωρίς σειρά, καθώς τα μάτια μου κλείνουν αναρωτιέμαι τι θα ταν το σήμερα χωρίς αύριο..Αφού ο δράκος  της λίμνης πέθανε εδώ και χιλιάδες χρόνια θα πρέπει να τον φανταστούμε ξανά, θα χρειαστεί άραγε να φτιάξουμε τα ίδια ατσάλινα θανάσιμα όπλα, τις δυνατές σχοινένιες θηλιές, τους καταπέλτες, θα πρέπει για μια ακόμα φορά να πεθάνουν πολλοί απ τα χέρια των δημίων που λυπημένοι καραδοκούν  σαν αρχαίοι μύστες στη γωνιά τους..Το τέλος της ιστορίας  θα ναι ένα ακόμα άδειασμα της  στα σκουπίδια, αφού η γνώση μας δεν είχε όφελος  πουθενά και ευθύς με πιάνουν τα γέλια ενώ τα σιδερένια τείχη και οι φυλακές πληθαίνουν στο βασίλειο της γης..Κάποτε η λευτεριά έσκιζε και δάγκωνε, εγώ δεν το έζησα αυτό μας μείναν όμως επάξια κληρονομιά  τα λόγια του ποιητή, ξεσήκωνε πόλεις και χωριά με ένα σάλπισμα ελπίδας, σήμερα τα χέρια της που πάγωσαν και μάτωσαν στο κρύο του χειμώνα και ξεράθηκαν απ τη ζέστη του καλοκαιριού , πυροβολούν με περίσσια χαρά τα ίδια της τα παιδιά..Άραγε οι γίγαντες υπάρχουν ακόμα μέσα στην καρδιά και στην ψυχή μας ζουν τρώγοντας τις ίδιες μας τις σάρκες..            

Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

Xτύπησε δώδεκα

Όχι ακόμα
δεν φτάσαμε στο τέλος της μέρας
οι δυο δείκτες το ρολογιού αναπνέουν μαζί μας
στρέφονται με την ακρίβεια δυο εραστών
είναι μοιραίο άλλωστε να βρεθούν
στο κοινό τους κρεβάτι।
Η βροχή δεν σταμάτησε
στάζει βαθιά μέσα μας
υγραίνει κάθε τόσο
την σκόνη που χει καθίσει στα χείλη σου
ποτίζει το κραγιόν
που σαν μαδημένο ρόδο στέκει στις άκρες τους।
Χτύπησε δώδεκα
έξω από το παράθυρο τίποτα δεν άλλαξε
μόνο ο άνεμος εδώ και κει σβουρίζει τα αντικείμενα
λόχμες φωτιάς ξεφυτρώνουν απ την άσφαλτο।
Λιγοστές σκιές χάνονται μέσα σε μαύρες πόρτες
μια ακίδα λευκού ουρανού
τρυπά το στήθος της νύχτας।
Φύγε
οι ιεροί σκύλοι του ναού κοιμούνται
φυλάν ακόμα τις ξεφτισμένες κολώνες
τον βωμό που η φλόγα του έχει σβήσει.

Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2010

Xορός για τέσσερις

Η νύχτα σιγόσβηνε αργά, παραδίδοντας τις τελευταίες τις πνοές στο γκριζογάλανο (λουλακί) φως του πρωινού που σε λίγο σκυφτό και μόνο θα μας έκανε (τράκα) απ' τα λιγοστά τσιγάρα που μας είχαν απομείνει. Μέχρι που η φωνή του "κήρυκα" φίλου μου ακούστηκε σαν ιερή εντολή , ένα "slow" και η "παραγγελιά" άρχισε να παίζει απ' το μηχάνημα παραγωγής ψηφιακών δίσκων, αργά αργά και νανουριστικά σαν το πρώτο "λιανοτράγουδο" που λέει με χαμηλή φωνή η μάνα για να κοιμίσει το παιδί της, το μόνο που έλειπε απ' αυτήν την νυχτερινή σύναξη ήταν ο "μαέστρος" της (Βασίλης Αυλωνίτης) ταινίας να γυρνά την μανιβέλα της λατέρνας του , και σε μια στιγμή ο χρόνος να σταματά να κυλά μεθυσμένος απ' τις νότες της μουσικής. Μια που η παρέα των τεσσάρων φίλων, σε όρους χαρτοπαιξίας δυο ντάμες και δυο βαλλέδες είχε ξεφύγει από του επιτρεπόμενου εκ του νόμου και της ηθικής τάξεως ωραρίου λόγω του εορταστικού κλίματος, των κεριών που σαν αναμένοι δαυλοί φώτιζαν στις άκρες του μπαρ, των αρκετών ποτών οινοπνεύματος όπου ήταν συσσωρευμένα γύρω τους φτιάχνοντας μια ατμόσφαιρα ζεστής εφορίας, όπως οι καπνοί απ' τα τσιγάρα που είχαν σκαρφαλώσει στο ταβάνι του καταστήματος και σαν αμείληκτες σκιές τους παρακολουθούσαν.Βέβαια τίποτα από όλα αυτά δεν θα χε γίνει δίχως την συγκατάβαση του ιδιοκτήτη του μπαρ και φίλο των τεσσάρων, την παράδοση σε έναν απ ' αυτούς των κλειδιών του μαγαζιού καθώς τον πρόδιδε το νυσταγμένο του βλέμμα και η αέναη προσπάθεια του να "γεμίσει" με μερικά ποτά παραπάνω. Εν το μεταξύ η μουσική συνέχισε να "παίζει" σαν το άγγιγμα της βροχής στα ξεραμένα φύλλα του Φθινοπώρου, είναι άλλωστε από εκείνες τις βραδιές που δεν θες να τελειώσουν ακόμα και αν δεν το έχεις πει ποτέ και σε κανέναν. Με το "μαγικό" χαμήλωμα των φώτων απ΄τα καλά πνεύματα του μαγαζιού, μείναν τέσσερις φιγούρες να χορεύουν εναλλάξ στο ρυθμό της μουσικής αν και η πρώτη σύνθεση των ζευγαριών σύμφωνα με την ιστορία δεν ήταν η σωστή. Στη συνέχεια η "πριγκιπέσα" της βραδιάς ντυμένη με ένα κόκκινο φανταχτερό φουστάνι θύμιζε ως ένα σημείο με αυτή την εκρηκτική της εμφάνιση την Μέριλιν, με τα ξανθά της μαλλιά, το βαθύ ντεκολτέ, και κείνο το κλασσικό κόκκινο κραγιόν που κάθε άντρας θα ' θελε να ' χει σαν παράσημο ανδρείας τουλάχιστον στο μάγουλο του. Αυτή ήταν λοιπόν που δέχθηκε να χορέψει τον ένα και μοναδικό της χορό με τον ένα εκ των δύο φίλων τον πιο "συνεσταλμένο" και "ντροπαλό" , ενώ ο άλλος με ένα χειροφίλημα υψηλής αισθητικής κάλεσε σε χορό την "μοιραία γυναίκα" της βραδιάς καθώς σου έφερνε στο μυαλό την Ζιλιέτ Μπινός ντυμένη με ένα μαύρο φουστάνι ραμμένο σε "αυστηρή γραμμή" που πρόδιδε τον χαρακτήρα αυτής που είχε μάθει να κερδίζει ακόμα και όταν όλα φαινόταν πως είχαν χαθεί..Το πρώτο λεωφορείο της γραμμής φάνηκε να σχίζει στα δυο την υγρή ομίχλη του δρόμου σαν τις φτερούγες ενός πουλιού, η μέρα που ερχόταν νυσταγμένη σχεδόν τυφλή ξεδιάλυνε τον καθένα απ' την χρυσόσκονη του ονείρου που ' χε καθίσει στην καρδιά του. Τα έρημα κρύα σεντόνια για άλλη μια φορά θα ήταν η λύση μέχρι το βράδυ που τα όνειρα παίρνουν ξανά σάρκα και μορφή..

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

Η μηχανή--21/5/2005 (Αφιερωμένο στη Φανή)

Δυο λόγια
κρυφά κομματιαστά βουλιάζουν
η φτηνή δικαιολογία πλησιάζει
τέλος ερχόμενο
γρατζουνισμένο στολίδι
ριγμένο στη θολούρα.
Αντίκρυ σκαλισμένο
το λέν μπλε κίτρινο και μαύρο
μια μηχανή
σκουριάρα ακόμα υπάρχει
θεριό επι θανάτου θρίαμβος
νίκη χωρίς στεφάνια
φτιαγμένη με αίμα
ριγμένη στο υπόγειο
σαπίζει μα ακόμα λάμπει.
Θα ' ρθει πάλι η νύχτα
κι όλοι τραγουδιστά θα φύγουν
πετώντας απ τα παράθυρα
τρεκλίζοντας στα σοκάκια.
Με χέρια απλωμένα στην άσφαλτο
πουλιά της πίσσας
ξεκρέμαστα φανάρια των οδών
τα όνειρα μας
ξεσπούν μέσα στο σκότος.

Σάββατο, 7 Μαρτίου 2009

Άτιτλον 1850


Μολυβένιο άγαλμα
στραγγίζει τον πόνο
ψέλλισα τις λέξεις
βαθιά μέσα στη ρίζα του βουνού.
Ανάμεσα στο πύρινο φως
της στερνής ηλιαχτίδας
το κερί μου δεν άναβε
εμπρός στη σκούρα μορφή σου.
Μαρμάρωσαν τα χέρια
ο άνεμος σφύριζε
κοίταζα τα υπαρξιακά λιβάδια
να σέρνουν τον άγριο χορό
της σελήνης το γέμισμα
τ" ουρανού τις φλόγες να λάμπουν.
Ένα σκιάχτρο πετούσε
ψηλά στα χνώτα του αέρα
ο χωμάτινος δρόμος
πάγωνε αποχαιρετώντας τη μέρα.

Κυριακή, 1 Μαρτίου 2009

Λικέρ 3- Μαστίχα 15/1/2009

Ηλεκτρισμένα πτώματα
κλωθογυρίζουν ανέμελα
μέσα βαθιά στα σκέλια του χρόνου
ότι έμεινε
μπροστά στον χάρτινο ορίζοντα
αντιφεγγίσματα ψυχών
λίγα τσαλακωμένα χαρτονομίσματα
ο πόνος των ονείρων
ή της συνήθειας
η μέγιστη σπατάλη.
Νανούρισα
με χάδια την ύπαρξη
το τρένο της λήθης.